Ιωάννης Φραγάκης - Βιογραφικό

Γεννήθηκε το 1927 στο Ρέθυμνο Κρήτης, το τελευταίο παιδί μιας πολυπληθούς οικογένειας, γνωστής στην Κρήτη,  από την προσφορά της στην οικονομική ζωή του τόπου και την συμβολή στην ανάπτυξη της ντόπιας Βιομηχανίας Ελαιουργίας και των παραγώγων αυτής. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο ΕΜ.Π. Αθηνών και από την αποφοίτησή του δραστηριοποιήθηκε στον χώρο των κατασκευών και στην εκτέλεση Δημοσίων και Δημοτικών Έργων σε όλη την Ελλάδα. Επέκτεινε την δραστηριότητα αυτή, έχοντας συστήσει με τα αδέλφια του από το έτος 1955 την ΞΕΚΤΕ Α.Ε., μία από τις μεγαλύτερες Ανώνυμες Εργολήπτριες εταιρείες, αναλαμβάνοντας και εκτελώντας έργα στην Κύπρο, Λιβύη και Σαουδική Αραβία.
Υπήρξε πρωτοπόρος μελετητής των Δημόσιων Έργων, η κατασκευή των οποίων σηματοδότησε την νέα Ελλάδα μετά τον πόλεμο, και εξακολουθούν να εξυπηρετούν, πανελλαδικά, την χώρα.
Η επιχειρηματική του δραστηριότητα συνοδευόταν πάντοτε από την αγάπη του για τους εργαζόμενους, οι οποίοι στο πρόσωπό του δεν έβλεπαν μόνον τον καλό εργοδότη αλλά και τον συμπαραστάτη τους στα οικογενειακά και προσωπικά τους προβλήματα. Έτσι, είχε θεσπίσει έκτακτα μέτρα οικονομικής ενίσχυσής τους, οσάκις πληροφορείτο τις ανάγκες τους. Γαμήλια επιδόματα, χρηματικές προσαυξήσεις τέκνων, συνεισφορά στην μόρφωση των παιδιών, πέραν και πάνω από τα προβλεπόμενα στην εργατική Νομοθεσία. 
Παράλληλα συμμετείχε με την φυσική του παρουσία πέραν της οικονομικής συνδρομής στους Πολιτιστικούς Συλλόγους της ιδιαίτερης πατρίδας του, για δε το έργο του αυτό είχε τιμηθεί από την Παγκρήτια Ένωση. Έχοντας αποκτήσει οικογένεια, με την εξαίρετη σύντροφό του και συμπαραστάτρια στη ζωή του Βασιλική Κουνέλη και αποκτώντας τον γιό τους Γεώργιο θέλησε να αξιοποιήσει την ατομική του περιουσία στο Ρέθυμνο, προς όφελος της τοπικής κοινωνίας, ανεγείροντας Ξενοδοχειακές μονάδες, στις οποίες, εύρισκαν εργασία εκατοντάδες συντοπίτες του.
Η επιθυμία του, την οποίαν και μετέδωσε στην γυναίκα του και το παιδί του ήταν να συμπαρίσταται, στις ανάγκες των νέων ζευγαριών του Ρεθύμνου και να ενισχύει οικονομικά τους νέους ιδιαίτερα σπουδαστές που αναγκάζονταν να φοιτούν σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα μακριά από την οικογένειά τους. Η προσφορά του ήταν διακριτική και πολλές φορές ανώνυμη. Μετά τον θάνατό του, το έτος 2009, το έργο του συνέχισαν η σύζυγός του και ο γιος του μέχρι σήμερα.